Wednesday, 28 April 2010

Ήρθε κι έδεσε

Δεκαοκτάχρονοι: Ταραχοποιοί, αλήτες, χωρίς ηθικές αξίες. Πόσο σίγουροι είμαστε όμως;



Στα μέσα του περασμένου Οκτωβρίου, Αστυνομία και έφηβοι συγκρούστηκαν στην πλατεία Φανερωμένης, στην παλιά Λευκωσία, κατά τη διάρκεια ενός street party. Έξι νεαροί είχαν συλληφθεί και πολλοί άλλοι ενεπλάκησαν σε καβγά με τα όργανα του νόμου. Το πρόσωπο που έδειξε η Αστυνομία εκείνο το βράδυ είχε χαρακτηριστεί σαν αυτό του νταή. Άλλοι είχαν χαρακτηρίσει τα παιδιά «αλήτες», «αναρχικούς» και άλλα πολλά. Έξι μήνες μετά και έχοντας πλέον ξεχάσει τα επεισόδια εκείνης της βραδιάς, η πλατεία Φανερωμένης έχει εδραιωθεί ως σημείο συναντήσεων και ανταλλαγής ιδεών των νιάτων.

Η ίδια «αλήτικη» νεολαία διοργάνωσε την περασμένη βδομάδα ένα διαφορετικό street party. Η Κατερίνα Ευσταθίου (απλή συνωνυμία με τη γράφουσα) γιόρτασε τα 18α γενέθλιά της, καλώντας φίλους, γνωστούς αλλά και περαστικούς σε ένα υπαίθριο πάρτι. Δεν είναι η πρώτη φορά που διοργανώνεται κάτι παρόμοιο στη συγκεκριμένη περιοχή. Ζογκλέρ, djs και άτομα που έκαναν γκράφιτι σε καμβάδες μαζεύτηκαν σε μια από τις λίγες περιοχές της πόλης όπου τους επιτρέπεται να εκφραστούν δημόσια κι ελεύθερα. Ανάμεσα στα άτομα που παρευρεθήκαν στο πάρτι ήταν και ένα αγόρι με μακριά μαλλιά, σκισμένα τζιν, που σιγοτραγουδούσε στο ραπ τραγούδι που έπαιζε στο βάθος, καθώς έκανε ζογκλερικά με στικς. Πληροφορήθηκα, λοιπόν, πως ο ανέμελος έφηβος είναι μέλος της Mensa (μέλη της Mensa μπορούν να γίνουν όσοι επιδείξουν νοημοσύνη πιο ψηλή από το 98% του πληθυσμού).

Η εορτάζουσα μάζεψε, ακόμα, φωτογραφίες που τράβηξε η ίδια και η παρέα της και έστησε μια ερασιτεχνική έκθεση φωτογραφίας στους εξωτερικούς τοίχους του σχολείου της Φανερωμένης. Οι 50 φωτογραφίες των διαφόρων ατόμων (μεταξύ 17 και 25 ετών) συνοδεύονταν από «έξυπνες» λεζάντες, όπως το γνωστό ρητό του George Orwell «Όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι, αλλά μερικοί είναι πιο ίσοι από τους άλλους». Τα ίδια άτομα που πριν από έξι μήνες μερικοί από εμάς θα αποκαλούσαν «αδιάβαστα», μας βάζουν γυαλιά, αποδεικνύοντάς μας πως, αν μη τι άλλο, έχουν «συστηθεί» με τους κλασικούς. Η Κατερίνα Ευσταθίου εξήγησε πως η απόφαση να δείξουν τις φωτογραφίες τους σε ένα κοινό χώρο πάρθηκε γιατί όλοι της γενιάς της ασχολούνται με αυτό το είδος τέχνης. Είπε συγκεκριμένα: «Είναι απίστευτο το πώς κάθε νέα γενιά εξοικειώνεται με την τεχνολογία πιο γρήγορα και καλύτερα από την προηγούμενη. Αν δώσεις μια φωτογραφική μηχανή σε έναν σημερινό 15χρονο, το αποτέλεσμα θα είναι εκπληκτικό, αφού το πιθανότερο είναι πως θα τραβήξει ενδιαφέρουσες φωτογραφίες. Όλοι οι έφηβοι είναι δημιουργικοί, όλοι έχουν κάτι ουσιαστικό να πουν, αν φυσικά τους δοθεί το βήμα». Για έναν ενήλικα η ερώτηση αν οι φωτογραφίες ήταν προς πώληση φάνταζε νορμάλ. Η απάντηση της Κατερίνας, όμως, ήταν: «Όχι. Γιατί αυτό, δεν ήταν ο σκοπός μας».

Έτσι, η πλατεία Φανερωμένης μετατράπηκε σε μια πλατφόρμα προβολής του ταλέντου, της μόρφωσης και των ιδεών της νέας γενιάς – της ίδιας παρέας που πριν λίγο καιρό θα προτρέχαμε να χαρακτηρίσουμε «αμόρφωτους». Η νεολαία έχει απίστευτη δύναμη, δημιουργικότητα, ταλέντο και ιδέες. Δεν πρέπει να τους κρίνουμε με βάση το ντύσιμό τους και ενίοτε πρέπει να τους δίνουμε το βήμα για να μιλήσουν, αφού έχουν να μας διδάξουν πολλά.

Δημιουργικές ασχολίες, καθώς και μια έκθεση φωτογραφίας έλαβαν χώρα στο street party της περασμένης βδομάδας. Τη φωτογραφία αυτή τράβηξε η 16χρονη Μαρία Καφφά που παρευρέθηκε στο υπαίθριο πάρτι.


Όσο μεγαλύτερο, τόσο το καλύτερο

Η λονδρέζικη απάντηση στον παριζιάνικο Πύργο του Άιφελ δίχασε την κοινή γνώμη: «Στολίδι» για μερικούς και «Ρωμαϊκό τσίρκο» για άλλους.


Την περασμένη βδομάδα το γλυπτό του Anish Kapoor, που φέρει την ονομασία «ArcelorMittal Orbit», επιλέχθηκε από μια πλειάδα προτάσεων, για να ανεγερθεί στο Ολυμπιακό Πάρκο του Λονδίνου ως μέρος των εορτασμών για τους 27ους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2012. Το ατσάλινο γλυπτό πήρε το όνομά του από τον πλουσιότερο άνθρωπο της Γηραιάς Ηπείρου Lakshmi Mittal, ο οποίος θα το χρηματοδοτήσει. Ο πύργος υπολογίζεται πως θα κοστίσει γύρω στα 19 εκατ. στερλίνες και πως θα χρειαστεί 1.400 τόνους ατσαλιού, για να σταθεί στα 115 μέτρα ύψους – ύψος υπερδιπλάσιο από αυτό του Αγάλματος της Ελευθερίας στη Νέα Υόρκη. Στην κορυφή του θα έχει τους πέντε κύκλους των αγώνων, όπου το κοινό θα μπορεί να ανεβεί, για να κοιτάξει τη μεγαλούπολη αφ’ υψηλού.

Η λονδρέζικη απάντηση στον παριζιάνικο Πύργο του Άιφελ δίχασε την κοινή γνώμη. Ενώ η ομάδα που βρίσκεται πίσω από την απόφαση ανέγερσής του ενθουσιάζεται με τις ευκαιρίες που προσφέρει αυτό το έργο τέχνης στο Λονδίνο, οι κάτοικοι της περιοχής αποτελούν το πνεύμα της αντιλογίας.

Ο δήμαρχος του Λονδίνου, Boris Johnson, όμως, φαίνεται να περίμενε τις κακές κριτικές, αφού στη διάσκεψη Τύπου είχε πει: «Φυσικά και μερικοί θα πουν ότι είμαστε τρελοί που – εν μέσω οικονομικής κρίσης – θέλουμε να κτίσουμε το μεγαλύτερο μέχρι στιγμής έργο τέχνης σε δημόσιο χώρο στη Βρετανία. Είμαστε σίγουροι, όμως, πως διαχρονικά αυτή είναι η καλύτερη και ορθότερη απόφαση για την περιοχή Stratford». Οι κάτοικοι, οργισμένοι, λένε πως έπρεπε να ζητηθεί και η δική τους γνώμη για κάτι το οποίο θα χρηματοδοτηθεί εν μέρει από τους δικούς τους φόρους, θα επηρεάσει την αισθητική της περιοχής τους σε μεγάλο βαθμό και θα μείνει ως πολιτιστική κληρονομιά για τις μετέπειτα γενιές. Αποκάλεσαν, ακόμα, την απόφαση αυτή ως «τρομερή προσβολή προς τις σύγχρονες δημοκρατικές διαδικασίες», «ρωμαϊκό τσίρκο» και αποτέλεσμα του «διεστραμμένου φασιστικού μεγαλείου των Γερμανών ναζί». Καθώς η θέα από τα σπίτια που θα βρίσκονται απέναντι από το γλυπτό θα αλλοιωθεί και το τοπίο θα αλλάξει ριζικά, οι κριτικοί θεωρούν πως σωστό θα ήταν να ερωτηθούν τουλάχιστον οι κάτοικοι για την άποψή τους. Έτσι, αφού οι πολίτες αποκλείστηκαν από τη διαδικασία επιλογής, αυτή χαρακτηρίστηκε ως «ελιτιστική».

Άλλοι, πάλι, κατηγορούν τον καλλιτέχνη για το μέγεθος στο οποίο προσάρμοσε το γλυπτό του. Μια αντίθετη άποψη, όμως, λέει πως ζούμε στην εποχή που αν είναι να κάνεις κάτι, πρέπει να το κάνεις καλά και να το κάνεις σε μεγάλες διαστάσεις («Do it good and do it big!»).

Όταν ο Πύργος του Άιφελ είχε εγκριθεί να ανεγερθεί το 1889 για τη διεθνή παριζιάνικη έκθεση, για να γιορταστούν τα 1.000 χρόνια από τη Γαλλική Επανάσταση, το κοινό αντέδρασε και τον απέρριψε. Είχε χαρακτηριστεί ως «έκτρωμα» και το έργο γενικά πήρε κακές κριτικές από τις παριζιάνικες εφημερίδες της εποχής. Ο Τύπος γέμισε με επιστολές από τον κόσμο της τέχνης που ήθελε το έργο να ακυρωθεί. Οι εργασίες ανέγερσής του, όμως, συνεχίστηκαν και έτσι το Παρίσι έχει σήμερα ένα αξιοζήλευτο μνημείο. Παρόμοιες αντιδράσεις επαναλήφθηκαν 100 χρόνια αργότερα, όταν η Πυραμίδα του Λούβρου χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως «σπυρί στο πρόσωπο των Παρισίων».

Ναι μεν αντιδράσεις σαν κι αυτές των πολιτών στο Λονδίνο είναι καυστικές και εποικοδομητικές, αλλά η μάζα είναι εκ φύσεως συντηρητική. Τα συναισθηματικά φορτισμένα και «εφηβικά» ξεσπάσματα της μάζας δεν πρέπει να τα παίρνει κανείς πολύ στα σοβαρά. Γιατί, όπως έχει αποδειχθεί και σε παρόμοιες περιπτώσεις στο παρελθόν, μόνο εκ των υστέρων μπορούμε να αποτιμήσουμε μια κατάσταση.

Tuesday, 27 April 2010

Εκπτώσεις και… εκπτώσεις

Επιδεικνύουμε συμπεριφορές λαιμαργίας, οργής αλλά και κενοδοξίας. Το μόνο πράγμα που φαίνεται να μας απασχολεί και εν τέλει να μας ικανοποιεί είναι ο υλιστικός καταναλωτισμός. Θα φτάναμε μέχρι τα άκρα για μια βαμβακερή μπλούζα…


Αδηφαγία, πορνεία, φιλαργυρία, λύπη, οργή, ακηδία, κενοδοξία και περηφάνια. Αυτά ήταν – και είναι – τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα, με τα οποία η Εκκλησία προσπάθησε να μορφώσει τους πιστούς και να τους βάλει, αλλά και να τους κρατήσει, σε μια τάξη. Με αυτά, οι αρωγοί της πρώτης μορφής κυβέρνησης στις οργανωμένες κοινωνίες υπέθεταν πως θα απέφευγαν τη διαφθορά και την ανηθικότητα τόσο των ατόμων όσο και της μάζας.

Στις 3 Απριλίου, δύο χιλιάδες πιστοί πελάτες στάθηκαν σε μια ουρά μερικών εκατοντάδων μέτρων έξω από το κατάστημα της αλυσίδας American Apparel στην περιοχή Brick Lane του Λονδίνου. Ο κόσμος έφτανε μέχρι το τέλος του δρόμου και προχωρούσε παραπέρα, μέχρι το τέρμα του κάθετου στενού. Για να κατατοπιστούμε λιγάκι, η εταιρεία αυτή παράγει βασικά βαμβακερά είδη ένδυσης, τα οποία παρεμπιπτόντως πωλούνται μάλλον σε τσουχτερές τιμές στους καταναλωτές. Η εταιρεία American Apparel, λοιπόν, αποφάσισε να κάνει εκπτώσεις για τους «ακόλουθούς» της. Έτσι, προέβησαν σε ανακοινώσεις μέσω της ιστοσελίδας τους, της σελίδας τους στο Facebook και μέσω e-mails, όπου πληροφορούσαν τους πιστούς πελάτες τους για το «event» εκπτώσεων, όπως το χαρακτήρισαν, το οποίο θα διαρκούσε μια μόνο μέρα.

Όλοι οι trendy και fashionable Λονδρέζοι καταναλωτές μαζεύτηκαν έξω από το κατάστημα και περίμεναν – μάλλον όχι και τόσο υπομονετικά – για να έρθει η σειρά τους να περάσουν τις πύλες του καταστήματος. Παρ’ όλα αυτά, όμως, λιγότεροι από 30 πελάτες κατάφεραν να αγοράσουν κάτι από τις εκπτώσεις, αφού το event τερματίστηκε λόγω των βίαιων επεισοδίων που ξέσπασαν. Όπως είπε αργότερα ο διευθυντής του καταστήματος, οι ουρές δεν φρουρούνταν σωστά, με αποτέλεσμα μερικοί να πετάγονται μπροστά από άλλα άτομα που περίμεναν πολλές περισσότερες ώρες και να ξεσηκωθεί, έτσι, το θυμωμένο και αδικημένο πλήθος. Ο απολογισμός; Δέκα αστυνομικοί τραυματίστηκαν και τρεις πολίτες συνελήφθησαν.

Οι περιγραφές από τους αυτόπτες μάρτυρες θυμίζουν μεταπολεμικές ή ακόμα και μεταποκαλυπτικές σκηνές, όπου άτομα στέκονται στην ουρά για συσσίτιο και σε κάποια στιγμή ξεσπούν και ξεκινούν να παλεύουν για το φαΐ που θα τους κοστίσει ή θα τους κρατήσει στη ζωή. Μια 19χρονη Βρετανίδα φοιτήτρια που βρισκόταν στη σκηνή τη στιγμή των επεισοδίων, είπε χαρακτηριστικά: «Ο κόσμος τρελάθηκε! Όταν άνοιξαν οι πόρτες, έτρεχαν να μπουν μέσα, με αποτέλεσμα να ποδοπατούν άλλους που στέκονταν στην ουρά». Στιγμιότυπα που καταγράφηκαν με κάμερες κινητών τηλεφώνων από άτομα που στέκονταν στη γραμμή, δείχνουν ένα χαοτικό σκηνικό, με τους αστυνομικούς να παλεύουν μαζί με τα οργισμένα πλήθη.

Το κατάστημα, φυσικά, αναγκάστηκε να σταματήσει τις πωλήσεις και να κλείσει για τη μέρα. Εντούτοις, το «event» επαναλήφθηκε και οι πύλες του καταστήματος άνοιξαν την επομένη, στις 4 Απριλίου, έχοντας αυτή τη φορά περισσότερους αστυνομικούς ασφαλείας. Ακόμη, ξεκίνησαν τις πωλήσεις τους μιάμιση ώρα πριν την προκαθορισμένη για να κοντρολάρουν τους πελάτες τους και να τους ικανοποιήσουν όλους. Η εταιρεία American Apparel έχει προγραμματίσει παρόμοια events και σε άλλες πόλεις, προσελκύοντας πέραν των 30 χιλιάδων καταναλωτών.


Μπορούμε να αναγνωρίσουμε τουλάχιστον πέντε από τα θανάσιμα αμαρτήματα σε αυτό το γεγονός. Έχουμε ακόμα δύο για να συμπληρώσουμε τη λίστα. Ας μη διορθωθούμε, αλλά ας προχωρήσουμε με αυτούς τους ρυθμούς. Και όπου φτάσουμε, φτάσαμε…


Monday, 15 February 2010

Μας αρέσει να παραμυθιαζόμαστε

Πόσο σωστό ή ανήθικο είναι το ρετουσάρισμα; Έχοντας πλέον μια ιστορία δεκαετιών κανείς δεν μπορεί να επικρίνει αυτή την τακτική, αφού όλοι πρέπει να γνωρίζουμε που αποσκοπεί.

Η συζήτηση που έχει πυροδοτηθεί τον τελευταίο καιρό και αφορά την ηθικότητα ή και την ανηθικότητα των ρετουσαρισμένων φωτογραφιών, στρέφετε προς τα lifestyle περιοδικά και άλλα μόδας. Πόσο σωστό ή ανήθικο είναι το ρετουσάρισμα; Καθόλου ανήθικο. Όσο για την ορθότητα της χρήσης του, εμείς το είχαμε ζητήσει. Γιατί η αλήθεια πολλές φορές μας κουράζει, γιατί χρειαζόμαστε διεξόδους για να ονειροπολήσουμε και να ονειρευτούμε. Η άλλη άποψη σε αυτό το ζήτημα συνιστά πως το ρετουσάρισμα – ή η διόρθωση αν προτιμάτε – σβήνουν μαζί με τις ατέλειες της εικόνας και την αληθινή της ομορφιά και αξία. Αν, όμως, θέλει κανείς να δει την αλήθεια σε μια εικόνα, τότε ξέρει πως πρέπει να κοιτάξει γύρω του και όχι στις σελίδες ενός περιοδικού. Οπότε, ο αναγνώστης υποχρεούται να είναι ειλικρινής με τον εαυτό του και να αναγνωρίζει πως οι εικόνες που βλέπει στις σελίδες ενός περιοδικού έχουν ωραιοποιηθεί. Αυτό έχει εξάλλου φτιαχτεί για να μας παραμυθιάσει – με τον καλύτερο τρόπο πάντοτε. Ακόμα και εναλλακτικά έντυπα που παρουσιάζουν μια άλλη όψη του παραμυθιού (όπως λόγου χάρη το λονδρέζικο περιοδικό Pigeons and Peacocks), επεξεργάζονται τις φωτογραφίες τους έτσι ώστε να επιτύχουν στο μέγιστο το φρικαλέο αποτέλεσμα στο οποίο αποβλέπουν.

Από την αρχή της ύπαρξής του, ο άνθρωπος ένιωθε την ανάγκη να υπερβάλλει. Έτσι, όταν δημιουργούσε αντικείμενα και εικόνες τα οποία απεικόνιζαν ανθρώπους, προσπαθούσε σχεδόν πάντα να υπερβαίνει την πραγματικότητα. Και αυτό επειδή παρατηρούμε – σχεδόν ανελλιπώς – τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ενός ατόμου. Βλέπουμε αυτά που δίνουν στον καθένα μας τον χαρακτήρα του, την μοναδικότητά του. Αν κοιτάξουμε, για παράδειγμα, τα αρχαία ελληνικά αγάλματα, αυτά απέκτησαν την αίγλη που σήμερα έχουν στον σύγχρονο κόσμο γιατί οι δημιουργοί τους κατόρθωσαν το ακατόρθωτο: Έμοιαζαν να είναι οι τέλειοι άνθρωποι και αισθητικά υπερείχαν των δημιουργών τους. Αυτή η τάση, επικράτησε από εποχή σε εποχή και σε διαφορετικές κουλτούρες. Το μοναδικό πόρισμα, λοιπόν, αυτής της μανίας μας να υπερβάλλουμε και να παράγουμε υπερανθρώπινες φιγούρες, είναι πως αυτή η ανάγκη δεν είναι παραφροσύνη παρά μόνο το ανθρώπινο ένστικτο να περιγράφουμε το περιβάλλον μας με υπερβολές.

Αν κάνουμε μια γρήγορη ανασκόπηση στη δουλειά καλλιτεχνών που διέπρεψαν κατά καιρούς με το έργο τους, οι περισσότεροι εξιστόρησαν την ιστορία με το δικό τους ύφος, κατέγραψαν τα βιώματά τους με ιδιαιτερότητες στις γραμμές τους. Με άλλα λόγια, διαστρεβλώνοντας αυτά που όλοι έβλεπαν και τα κατέγραψαν με έναν αλλιώτικο τρόπο. Για ακόμα μια φορά, ας πάρουμε τα σκίτσα του Toulouse-Lautrec ως παράδειγμα. Ο ίδιος δήλωνε πως ήθελε να αποτυπώσει την αλήθεια στα χαρτιά του και όχι το ιδανικό. Τονίζοντας τα «άσχημα» χαρακτηριστικά των γύρω του, έκανε πολλούς σύγχρονούς του γνωστούς. Στην δική μας εποχή, ο Lucien Freud, κατάφερε να κατοχυρώσει το δικό του ύφος ως μια ιδανική μορφή τέχνης, ακόμα και αν τα πορτραίτα του είναι σκληρά και άγρια. Μπροστά από τον δικό του καμβά στάθηκαν γυμνά μερικά από τα πλέον πολυπόθητα μοντέλα της εποχής μας, συμπεριλαμβανομένου και της Kate Moss.

Άλλα είναι τα ζητούμενα από ένα έργο τέχνης και άλλα από μια φωτογραφία σε ένα περιοδικό. Η τακτική του ρετουσαρίσματος, δεν πρέπει πάντοτε να επικρίνεται, αφού σκοπός της δεν είναι να μας κρύψει την αλήθεια αλλά να μας παρουσιάσει μια ωραιοποιημένη πτυχή των πραγμάτων, ένα παραμύθι που εμείς ζητήσαμε.

Παράγωγα της εποχής

Θα αποκτούσε το δοξασμένο όνομα ο Toulouse-Lautrec αν δεν ζούσε στο Παρίσι στα τέλη του 19ου αιώνα, αν η λιθογραφία δεν εξελισσόταν και αν δεν άλλαζε η κοινωνική σκηνή της πόλης με τα μπαρ της;

Πόσο επηρεάζει, στιγματίζει και σχηματίζει η κάθε εποχή την καλλιτεχνική και λόγια παραγωγή της; Πόσο επηρεάζει έναν καλλιτέχνη ο κοινωνικός του περίγυρος; Πόσα στοιχεία δανείζεται κανείς από το περιβάλλον του; Μπορούμε να υπάρξουμε όμοιοι και απαράλλαχτοι με αυτό που είμαστε εδώ σήμερα σε κάποια άλλη εποχή ή σε ένα διαφορετικό κοινωνικό φόντο;


Ο
Henri de Toulouse-Lautrec κατέγραψε την εποχή του στα έργα του. Και η δουλειά του αναμφίβολα σκιαγραφεί εκείνη την πραγματικότητα. Οι πόρνες στα μπαρ ήταν το στοιχείο που χαρακτήριζε το περιβάλλον και την εποχή του: το fin de siècle Παρίσι και τις αλλαγές που λάμβαναν χώρα. Η λιθογραφία, επίσης, έτυχε τεχνολογικής εξέλιξης και είδε την άνοδό της και την ευρεία χρήση της, εκείνη ακριβώς την εποχή. Οπότε, με τα ιδιόμορφα μπαρ να διανθίζουν, τη λιθογραφία να παίρνει τα πάνω της και την αναγνώριση της ανάγκης για διαφήμιση διαφόρων γεγονότων, καλλιτέχνες όπως τον Lautrec αναπόφευκτα θα γνώριζαν τη δόξα. Ένα παρόμοιο σκηνικό ήταν και αυτό στο οποίο έζησε και δημιούργησε ο Andy Warhol, αφού και αυτός στην ουσία απλά αναγνώρισε τις ανάγκες της εποχής τους και χρησιμοποίησε τα μέσα που του παρείχε η τεχνολογία της δεκαετίας του 1970 για να παράξει το έργο του.
Ερχόμενοι στην καλλιτεχνική παραγωγή της δικής μας εποχής, δεν θα μπορούσαμε να προσπεράσουμε το έργο του Damien Hirst. Σε μια πρόσφατη σειρά έργων του, ο ευρηματικός εικαστικός είχε κοσμήσει ένα κρανίο με χυτή πλατίνα και 8,601 διαμάντια. Η αξία του έργου «For the Love of God» υπολογίστηκε γύρω στα $98 εκατομμύρια. Το κομμάτι αυτό, έκανε ένα τρανταχτό και εύστοχο σχόλιο για την οικονομική κρίση του 21ου αιώνα, την οποία ακόμα γευόμαστε. Όπως πολλοί θεωρητικοί της τέχνης δήλωσαν αναφερόμενοι στο συγκεκριμένο γλυπτό, αν είσαι καλλιτέχνης πρέπει να βλέπεις το χιούμορ στην υφιστάμενη κατάσταση της αγοράς της τέχνης και αν είσαι αγοραστής, τότε πρέπει να εκτιμάς την αλλοπρόσαλλη εικαστική παραγωγή της κάθε εποχής.


Αυτά που θα δοκιμάσουν την σύνθεση ενός έργου και θα κρίνουν την αξία του είναι πολλά: Τι μπορεί να προκαλέσει ένα έργο τέχνης στον θεατή του; Πόσα προδίδει για την εποχή του, για τον καλλιτέχνη τον ίδιο, για το περιβάλλον εκείνης της εποχής; Η ντοκιμαντερίστικη διάθεση, τα όσα καταφέρνει ο καλλιτέχνης να περιγράψει και το κομμάτι της εποχής του που μεταφέρει μέσα από ένα έργο τέχνης, είναι αυτά που τελικά θα αποφασίσουν αν η δουλειά ενός εικαστικού αντέχει πραγματικά στον χρόνο.


Sunday, 14 February 2010

Ο βοσκός ο ψεύτης

Η Jenny Saville, σε αρκετά έργα της παρουσίασε σώματα γυναικών βαλμένα πλάι-πλάι, που παραπέμπουν σε κουτί με σαρδέλες ή ακόμα σε κρέατα σε σφαγείο.



Η τέχνη συχνά έρχεται να μας σοκάρει. Ή τουλάχιστο προσπαθεί να μας σοκάρει. Αλλά το μόνο που έχει μέχρι στιγμής καταφέρει, είναι να μοιάσει στον βοσκό τον κλέφτη.



Πολλοί είναι οι καλλιτέχνες που προσπαθούν κατά καιρούς να κλέψουν τις εντυπώσεις του κοινού παρουσιάζοντας έργα, τα οποία είναι άλλοτε προκλητικά και άλλοτε φρικαλέα. Μέσα σε αυτό μίασμα υπάρχουν φυσικά και οι περιπτώσεις, στις οποίες η φρικαλέα αισθητική της καλλιτεχνική έκφραση, αποτελεί ένα μέσο που χρησιμοποιείται φια να εκφράσει πολλά περισσότερα από τα όσα πεζά εκ πρώτης όψεως «ομολογεί» η απωθητική αισθητική της. Ένα καλό παράδειγμα που μπορεί να σκιαγραφήσει αυτή την περίπτωση, είναι τα έργα της Βρετανίδας Jenny Saville. Αυτή, αν και στην κλίκα των YBAs που ανέδειξε ο αγαπητός Saatchi, είχε πολλά περισσότερα να πει από μερικούς ομοίους της. Στους μεγάλων διαστάσεων πίνακές της, παρουσίαζε συχνά αυτοπροσωπογραφίες και γυναικείες μορφές σε κατάσταση αποσύνθεσης. Με αυτή την φρικαλέα αισθητική, τραβούσε την προσοχή του κοινού και έπειτα ξεκινούσε το «διάβασμα» του έργου της από τον κάθε θεατή. Στα έργα της, σχολίαζε τόσο την εικόνα που την ήθελε η κοινωνία να έχει ως γυναίκα και υποσημείωνε ακόμη θέματα που ασχολούνταν με ξεπερασμένες αντιλήψεις και λανθάνουσες – κατά τη γνώμη της – ιδέες της κοινωνίας.



Η άλλη μερίδα καλλιτεχνών, αυτή που θέλει απλά και μόνο να τραβήξει την προσοχή του κοινού με τις αποτρόπαιες και αδικαιολόγητα προκλητικές εικόνες τους, μοιράζεται σε δύο ομάδες: Άλλοι σκέφτονται συχνά σαν στυγνοί επαγγελματίες που επιδιώκουν μόνο την απόκτηση της δόξας και του χρήματος και άλλοι, επικαλούμενοι ένα καυστικό σχόλιο στην σύγχρονή τους εικαστική παραγωγή, αρπάζουν την ευκαιρία και παρουσιάζουν τα προκλητικά τους έργα. Ποιος είναι ο σκοπός; Η πρόκληση ενός οποιουδήποτε διαλόγου; Απλά, δηλαδή, για να συζητηθούν; Αν ναι, τότε παραδεχόμαστε ότι αυτή είναι μια πολύ καλή τακτική διαφήμισης, να δημιουργήσεις ντόρο γύρο από το όνομά σου και από την δουλειά σου, έτσι ώστε το κοινό να σε θυμάται για κάτι…



Ένα παράδειγμα προκλητικής τέχνης που κατά τη γνώμη μας σκοπό είχε απλά και μόνο να σοκάρει, αποτελεί η δουλειά της Sarah Maple. Γεννημένη το 1985 στο Sussex της Αγγλίας, από Τουρκάλα μητέρα και Βρετανό πατέρα, ξεκίνησε να παράγει αυτοβιογραφική εικαστική δουλειά, η οποία κατά τις δηλώσεις της ίδια είναι «φανερά επηρεασμένη από την απροσδιόριστη ταυτότητά» της. Προσπάθησε να προσεγγίσει φυλετικά θέματα και κατέληξε να κάνει – μάλλον άθελά της – ρατσιστικά σχόλια.. Οι ιδέες της είναι ομολογουμένως καυστικές, αλλά το βάθος που δίνει σε κάθε δουλειά της είναι ανύπαρκτο. Στο προσωπικό της blog όπου αναρτά τη δουλειά της, δέχτηκε τελευταία επιθέσεις για τον χαρακτήρα των έργων της και την αφέλειά της να τα παρουσιάσει σε ένα κοινό, το οποίο προφανώς έχει διαφορετική γνώμη από την δημιουργό. Ένα κορίτσι, σχολιάζοντας τις φωτογραφίες της Maple που μοιάζουν με χλευαστική καμπάνια προώθησης του ισλαμισμού σε Δυτικές κουλτούρες, έγραψε: «Είσαι ντροπή για την κοινωνία. Γιατί δεν μπορείς να αποδεχτείς τους ανθρώπους για αυτό που είναι; Αυτό εσύ το αποκαλείς τέχνη; Αυτό δεν είναι τέχνη, αυτό είναι ύβρις».



Αλλά όλοι έχουν το δικαίωμα σε μια γνώμη, μια μη-λογοκριμένη άποψη. Η τέχνη μετατρέπεται, για μερικούς, σε άλλοθι για χάρη της πρόκλησης παρά της έκφρασης.

Ενοικιάζεται καλλιτέχνης

Ο καλλιτέχνης στην σύγχρονη πολιτιστική σκηνή δεν θα ήταν τίποτα χωρίς έναν ατζέντη.

Με το πέρασμα του χρόνου, η αλλαγή είναι αναπόφευκτη. Αυτό εξάλλου φαίνεται με μια σύντομη ανασκόπηση των γεγονότων τα οποία οροθετούν τις διάφορες εποχές. Αυτήν που διανύουμε την χαρακτηρίζει το επιχειρηματικό στοιχείο, το οποίο μπορεί να εφαρμοστεί σε – μάλλον – όλες τις πτυχές της ζωής. Και αυτό αποδεικνύεται και στον πολιτιστικό τομέα. Αν κοιτάξουμε τον σύγχρονο κόσμο των τεχνών, φαίνεται να απαρτίζεται κυρίως από δεσπόζουσες φιγούρες επιμελητών, διευθυντών κέντρων τεχνών μουσείων και ινστιτούτων, γκαλεριστών, δημοπρατών και συλλεκτών, από παραγωγούς δηλαδή. Οι καλλιτέχνες αποτελούν άλλοτε τα χαρτιά αυτών – τα οποία πρέπει να διαλέξουν σοφά και να τα παίξουν σωστά – και άλλοτε το μέσο με το οποίο κάποιος παραγωγός θα προάγει την καριέρα του.

Δεν φαντάζει περίεργο, λοιπόν, ότι στην πολιτιστική βιομηχανία αυτοί που υπερέχουν είναι οι παραγωγοί. Αυτοί αποτελούν και το κοινό σε συμπόσια τέχνης. Εκεί, μπορεί ουσιαστικά κανείς να βιώσει το παρασκήνιο της κύριας σκηνής: Συνάξεις ατόμων που κινούν τα νήματα και θέτουν τους κανόνες, των «εραστών της τέχνης» που θέλουν να δουν τη σκηνή τους να εξελίσσεται. Όπως εξάλλου σε μια επιχείρηση ενός κοινότυπου προϊόντος θα καλούσε διευθυντές και λοιπούς υψηλόβαθμους σε μια σύναξη όπου θα συζητούσαν τα πρακτικά και τα διαδικαστικά του χώρου τους, έτσι ακριβώς γίνεται και σε μια ανάλογη πολιτιστική συνάντηση. Άλλωστε, αυτοί είναι που θα αναλύσουν με ουσία – και σε βάθος – ένα πολιτιστικό γεγονός. Έτσι, οι επίκουροι των τεχνών συναντιούνται και πράττουν.

Σε ένα πρόσφατο τεύχος ενός αμερικάνικου περιοδικού που ασχολείται με τις τέχνες, η συντακτική ομάδα παρουσίασε τους 100 σημαντικότερους σύγχρονους ανθρώπους των τεχνών. Οι περισσότεροι από αυτούς είναι άτομα που βρίσκονται στην επιχειρηματική πλευρά της διοργάνωσης και όχι στη δημιουργική. Το κομμάτι της διοργάνωσης, πριν μερικά χρόνια θα ορίζαμε ως παρασκήνιο. Και όμως. Έχει εξελιχτεί και αποδειχτεί ως πιο σημαντικό ίσως και από την τέχνη αυτή καθαυτή. Ανάμεσα στην ως επί το πλείστον επιχειρηματική λίστα που το περιοδικό παρουσιάζει, φιγουράρουν φυσικά και τα ονόματα μερικών καλλιτεχνών, οι οποίοι – όμως – δεν είναι μικρομεσαίοι και τυχαίοι, αφού έχουν χαράξει μια αξιοπρόσεκτη πορεία, καθώς και έχουν εισάγει νέες αντιλήψεις, πρακτικές και καινοτόμες τεχνικές στον χώρο τους.

Την πρώτη θέση δε έχει κατακτήσει ένας γνωστός επιμελητής «λόγω της εργασιομανίας του και της αδιάκοπης προσφοράς του στον χώρο», όπως ακριβώς αναφέρει το άρθρο. Παρουσιάζονται πολλοί άλλοι του είδους, μερικοί εκ των οποίων θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και ως «κομπογιαννίτες» της Τέχνης. Αυτό όμως, ίσως να εναπόκειται σε διαφωνίες του αναγνώστη με την πρακτική και τα ιδεώδες του συγκεκριμένου παραγωγού. Η λίστα συνεχίζει και παρουσιάζονται ονόματα μερικών ατόμων που ενώ μας συστήθηκαν ως καλλιτέχνες και έπειτα ακολούθησαν μια πορεία επιμελητού, έρχονται τώρα πάλι να ξαναπαρουσιαστούν με τον τίτλο του καλλιτέχνη. Ο αριθμός καλλιτεχνών που έχουν καταφέρει να στριμωχτούν στη λίστα, δεν πλησιάζει καν το ένα πέμπτο του συνόλου. Τώρα, αν υποτιμάται ο ρόλος του καλλιτέχνη, ως αναγνώστες και θεατές της τέχνης, το αμφιβάλλουμε.

Αν τα πολιτιστικά δρώμενα ήταν ένα παιχνίδι, ένας αγώνας κούρσας και εμείς οι τζογαδόροι, τότε θα έπρεπε όλοι μας να ποντάρουμε στον καλλιτέχνη με τον καλύτερο προπονητή. Κανιάν ίσον χρήμα!

Της τέχνης τα καμώματα…

Η τέχνη περνά από άπειρες παρακαμπτήριες οδούς και δοκιμάζεται στα διάφορα είδη έκφρασης της κάθε εποχής. Αλλά πάντα επιστρέφει στη ζωγραφική.

Η τέχνη, μετά από κάθε της περιήγηση και πειραματισμό, επιστρέφει στη ζωγραφική και τα έργα δύο διαστάσεων: Στους πίνακες (είτε ζωγραφικής είτε μικτής τεχνικής) και στις φωτογραφίες. Οι κινήσεις της τέχνης, μοιάζουν με λούπες ταινιών: Αρχή, κύριο μέρος, τέλος και ένα διάλειμμα μέχρι να ξαναπάρει μπρος. Αυτή η σύντομη διακοπή είναι το περιθώριο που έχει ο θεατής για να σκεφτεί και να ανακεφαλαιώσει. Αυτό που έχει εν τέλει σημασία, είναι το διάλειμμα: Ο χρόνος αξιολόγησης. Θα μπορούσαμε να παραλληλίσουμε την ταινία με κάθε εποχή όπου θριαμβεύει η ζωγραφική και τα διαλείμματα, με τις λοιπές εκφράσεις (performance, εγκαταστάσεις χώρου κ.λπ.).

Ο Saatchi ήταν αυτός που αξίωσε τις εγκαταστάσεις χώρου και τις έμπασε στις συλλογές ομοίων του, στα τέλη του περασμένου αιώνα. Μερικά χρόνια αργότερα όμως, το 2005, ο μεγιστάνας των τεχνών έκανε μια απρόσμενη εμφάνιση στην εκθεσιακή σκηνή με μια συλλογή που είχε τίτλο «The Triumph of Painting» (Ο θρίαμβος της ζωγραφικής). Ο κυνηγός του διαφορετικού και του καινοτόμου, επέστρεφε επιδεικτικά στα μονοπάτια του τετριμμένου. Και με αυτό τον τρόπο, αντιλήφθηκε η τότε νέα γενιά καλλιτεχνών και εραστών της τέχνης, πως κάποιες αξίες είναι αναλλοίωτες. Ο ζωγράφος που είχε κλέψει τις εντυπώσεις στην προαναφερόμενη εικαστική έκθεση ήταν ο Peter Doig με τους νεοσουρεαλιστικούς του πίνακες, όπου απεικονίζονταν ομιχλώδες τοπία, βάρκες και βάλτοι. Άλλοι της κλίκας του «θριάμβου της ζωγραφικής» απλά ωθήθηκαν στην κορυφή με το σπρώξιμο του ισχυρού στον χώρο νονού, αφού το όνομά τους ήταν ήδη γνωστό στην πιάτσα – λόγου χάρη η Marlene Dumas που απλά κέρδισε με αβίαστη ευκολία τα λιγοστά σκαλοπάτια που της απέμεναν για να αγγίξει την κορυφή. Εξαίρεση αποτελεί η Jenny Saville, η οποία μαζί με τους φρικαλέους πίνακές της κέρδισε τα φώτα της δημοσιότητας με την κλασική της έκφραση νωρίς, στην έκθεση «Sensations» του μεγάλου συλλέκτη το 1997.

Τον νονό της σύγχρονης εικαστικής κουλτούρας, ακολούθησε και ο απότοκός του Damien Hirst, με την πρόσφατη ζωγραφική έκθεσή του στην γκαλερί White Cube του Λονδίνου. Ακόμα και αν τα έργα του φαίνονται πρόχειρα και παραπέμπουν μάλλον σε ορνιθοσκαλίσματα παρά σε πινελιές πάνω σε καμβά, η διορατικότητα του καλλιτέχνη για τα ζητούμενα και τις ανάγκες της εποχής του, καθώς και η ευελιξία του στη χρήση υλικών, επικροτείται. Ακόμη, αν κοιτάξουμε σε μια πιο κοντινή μας σφαίρα, στην Αθήνα το 4ο βραβείο ΔΕΣΤΕ το 2005 του ομώνυμου ινστιτούτο είχε δοθεί σε μια βίντεο εγκατάσταση χώρου του Κύπριου Χριστόδουλου Παναγιώτου. Ακολούθησε το 5ο βραβείο το 2007, το οποίο δόθηκε στην Λουκία Αλαβάνου που είχε παρουσιάσει του ίδιου χαρακτήρα δουλειά. Μέσα σε μόλις τέσσερα χρόνια (και με τη διανομή ακόμα δύο βραβείων), αυτή η τάση διαφοροποιήθηκε φέτος εντός του Ιδρύματος ΔΕΣΤΕ, με το βραβείο να πηγαίνει στην Ελληνίδα Ειρήνη Ευσταθίου, η οποία παρουσίασε μια συλλογή από μικρούς πίνακες και μικρού μεγέθους φωτογραφίες.

Η τέχνη περνά από άπειρες παρακαμπτήριες οδούς, απλά για να βρεθεί στον ίδιο δρόμο που θα βρισκόταν έτσι κι’ αλλιώς αν οδευόταν σε μια ευθεία. Και αυτή η τάση σκιαγραφείται στην σύγχρονη ιστορία της τέχνης. Κατόπιν του μεγάλου μπουμ του Μοντερνισμού το 1945, έκαναν την εμφάνισή τους οι Situationists International το 1957 για να ταρακουνήσουν την σκηνή με τις παραστάσεις-καταστάσεις τους που εξελίσσονταν βάση του συγκεκριμένου κοινού και χώρου. Αυτή ήταν η απάντηση στους performers, άλλωστε, οι οποίοι έσβησαν κατά το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1960 και επανήλθαν στο προσκήνιο λίγο αργότερα. Όλα επέστρεψαν στα ζωγραφικά μονοπάτια, μέχρι που μια δεκαετία αργότερα, το 1970, είχαν καταλάβει την σκηνή οι εγκαταστάσεις χώρου. Έπειτα, τη δεκαετία του 1980, οι καλλιτέχνες επέστρεφαν στις γκαλερί και ανέβαζαν τα έργα τους σε τοίχους, μέχρι που το 1990 αναγνωρίστηκε ως καινούργια και υποσχόμενη έκφραση η συγκριτική αισθητική και η διαδραστική τέχνη. Και πάλι, η τέχνη επέστρεψε στη θριαμβεύουσα ζωγραφική στα μέσα της δεκαετίας που μόλις διανύσαμε… Λούπα είναι και γυρίζει.

Ή τον μισείς, ή τον λατρεύεις

Τα πορτραίτα μεταξοτυπίας του Andy Warhol, έχουν γίνει μια αναγνωρίσιμη πολιτική γραφή. Ένα έργο του σήμερα πουλιέται όσο και 10 αυτοκίνητα F1 της Ferrari. Η εικαστική σκηνή, αναπόφευκτα ακολουθεί το κληροδότημα που άφησε.



Ο Andy Warhol ήταν και είναι ένα χρυσορυχείο. Για τα άτομα που τον περιτριγύριζαν τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 - όταν η καριέρα του μεσουρανούσε - υπήρχαν πλεονεκτήματα δημοσιότητας. Πολλοί του κύκλου του, είτε αναδείχτηκαν μέσω των underground ταινιών του, είτε τις χρησιμοποίησαν ως βατήρα για να πάνε παρακάτω. Η λίστα με τους «superstars» του πάντως, απαριθμεί δεκάδες ονόματα: Candy Darling, Edie Sedgwick, Nico, Viva και άλλες χαρακτηριστικές φιγούρες των 60s και 70s. Λόγω της κοινωνικής και καλλιτεχνικής του αξίας την οποία απέκτησε όσο ήταν ακόμα ζωντανός, σήμερα τα έργα του έχουν αποδειχτεί χρυσάφι. Ένα έργο του μόνο, πουλήθηκε πριν μερικές βδομάδες για 44 εκ. δολάρια Μπορεί η αξία των ακινήτων να έχει κλονιστεί τελευταία, αλλά αυτή (των έργων) του Warhol, φαίνεται να είναι απτόητη ακόμα και σε δύσκολους καιρούς!



Οι απόψεις τόσο για το άτομό του, όσο και για το κληροδότημά που άφησε, διίστανται. Όμως, αυτό που είναι αναμφισβήτητο γεγονός, είναι ότι ακόμα και μετά τον θάνατό του συνεχίζει να επηρεάζει τις τρέχουσες τάσεις και έχει γίνει ορόσημο στην εικαστική Ιστορία. Οι εκθέσεις που γίνονται στο όνομά του - όχι με έργα του, αλλά με έργα σύγχρονων εικαστικών και δανειζόμενες των φιλοσοφιών του - διαδέχονται η μια την άλλη. Η τελευταία που έχει παρουσιαστεί, είναι αυτή στην Tate Modern του Λονδίνου, με τίτλο «Pop Life: Art in a Material World» και για της οποίας το στήσιμο βασική προϋπόθεση υπήρξε το μότο του Warhol «Μια καλή επιχείρηση είναι η καλύτερη τέχνη». Ακόμη, τα πορτραίτα μεταξοτυπίας που έφτιαχνε για τους υψηλόβαθμους της κοινωνίας του, έγιναν μια αναγνωρίσιμη και πολιτική γραφή που χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα. Όπως ο σοσιαλισμός στη Ρωσία είχε εφεύρει το ρεύμα του «Σοσιαλιστικού σουρεαλισμού» για να μιλά στη μάζα του, έτσι και ο καπιταλισμός στις δυτικές κοινωνίες υιοθέτησε την «Pop art» και την επιστράτευσε για να αποτυπώσει την (εικαστική) του ταυτότητα.


Αυτό που χαρακτηρίζει τον Warhol καλύτερα, είναι η ικανότητά που είχε για να αναγνωρίζει τις δεσπόζουσες τάσεις της εποχής του, να βρίσκει τα σύμβολα που ήταν μαζικώς κατανοητά και να τα αγκαλιάζει με τις δημιουργίες του. Ακόμα και αν λειτουργούσε ενστικτωδώς, αυτή αποδείχτηκε ως μια ευφυέστατη κίνηση που ανέδειξε τόσο τον ίδιο, όσο και τη δουλειά του. Όπως φαίνεται όμως, ο πατέρας του δημοφιλές και της pop κουλτούρας είχε και μια άλλη, περιθωριακή πλευρά. Το θρυλικό του στούντιο «Factory» (Εργοστάσιο) - από το οποίο παραδειγματίστηκαν έπειτα γκαλερίστες, ονομάζοντας τους χώρους τους ανάλογα με τις λειτουργίες τους - που ήταν ένα κομβικό σημείο για τους stars της εποχής, λειτουργούσε επίσης ως πλατφόρμα προβολής των κινηματογραφικών του εγχειρημάτων που ο ίδιος ο καλλιτέχνης προτιμούσε να προβάλλει μόνο στο δικό του κοινό.


Ο Andy Warhol είχε αποδεχτεί την αλλαγή της εποχής του και τη χρησιμοποίησε προς όφελός του. Είχε γίνει βασιλιάς του τότε νέου ρεύματος. Δεν φοβήθηκε να προάγει μέσα από την τέχνη και το (βαρύ) όνομά του τα όσα η δική του κοινωνία δεν δεχόταν: Τους τραβεστί, τη μαζική παραγωγή, την Φορντιστική γραμμή παραγωγής… Πράγματα που ήταν ανήκουστα το ’60 έχουν γίνει σήμερα η κανονικότητά μας. Όχι μόνο επειδή κάποιος Warhol πίστεψε και επένδυσε σε αυτά, αλλά γιατί αυτή ήταν η φυσική τροπή των πραγμάτων. Ο τρελός τυπάς που τα αποδέχτηκε πρώτος και τα πρόβαλε, απλά επιβραβεύεται για τη διορατικότητά του.

Τι είναι τέχνη τελικά;

Ο Yesu, καλλιτέχνης που ασχολείται με τις παραστατικές τέχνες, παρουσίασε ένα κομμάτι στο Dashanzi Art Centre στο Πεκίνο τον Απρίλιο 2007, όπου ο ίδιος και μια φίλη του έμειναν για ένα μήνα σε ένα δωμάτιο που είχε βιτρύνα προς τον δρόμο. Το έγο ονομαόταν "Προσωρινοί σύζυγοι" και σχολίαζε τις σύγχρονες σχέσεις.


Αν αποφάσιζε κάποιος να διεξάγει μια έρευνα όπου θα ζητούσε από τους περαστικούς να του δώσουν ένα ορισμό για το όρο «τέχνη», τότε θα αποκόμιζε έναν διαφορετικό ορισμό για κάθε ερωτηθέντα.


Αν το σκεφτεί καλά-καλά κανείς, ο καλλιτέχνης καλύπτει έναν ρόλο στη κοινωνία στην οποία υπάρχει και παράγει, ο οποίος δεν είναι άκυρος- όπως πολλοί που δεν ασπάζονται την παραγωγή του είδους θα υποστήριζαν-, αλλά μάλλον απροσδιόριστος. Κάπως έτσι περιγράφεται και το προϊόν των καλλιτεχνών, αφού υπάρχουν σημαντικές διαφορές στον τρόπο που ο καθένας μας κατανοεί τον όρο «τέχνη».


Ο ορισμός του όρου «τέχνη», δεν υπήρξε ποτέ ξεκάθαρος. Πόσο μάλλον στις μέρες μας, όπου τα πράγματα εκ φύσεως περιπλέκονται. Εκεί που ξέραμε ότι τέχνη είναι γλυπτική-ζωγραφική-χορός-τραγούδι, έχουμε τώρα να κάνουμε και με άλλα είδη όπως performance που συνδυάζει τα προαναφερθέντα είδη, εγκαταστάσεις χώρου καθώς και άλλα εναλλακτικά. Αυτό που ο καθένας αποφασίζει να βάλει στην κατηγορία των τεχνών, καθώς και να το πλασάρει ως τέχνη, καταλήγει να είναι τέχνη. Και αυτό δικαίως, αφού με τα σωστά επιχειρήματα κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την ταυτότητα ενός «έργου». Μια από τις ικανότητες, εξάλλου, που αποκτούν οι φοιτητές Καλών και Εφαρμοσμένων Τεχνών σε πανεπιστήμια και σχολές, είναι αυτή του μάρκετινγκ του προϊόντος τους.


Ο όρος τέχνη εισάχθηκε στις οργανωμένες κοινωνίες και χρησιμοποιείτο για να περιγράψει πράγματα, τα οποία παράγονταν για να πληρούν τους σκοπούς και τις ανάγκες του χώρου της τέχνης. Αν πάρουμε τα πράγματα από μια φαινομενική αρχή, η χρήση του όρου «προϊστορική τέχνη» έχει να κάνει με τις εικασίες αυτού που τον χρησιμοποιεί, αφού η χρήση και η λειτουργία του κάθε έργου-κομματιού δεν είναι αμετάβλητα εξακριβωμένη.


Τέχνη είναι πρωτίστως ένας τρόπος έκφρασης για τον καλλιτέχνη, και έπειτα για τον θεατή που την «καταναλώνει». Είναι η διέξοδος από την οποία μπορεί κανείς να δραπετεύει από την πεζή του καθημερινότητα. Για τον καλλιτέχνη που ζει συνεχώς σε αυτή την ποίηση, είναι μια πραγματικότητα στην οποία βυθίζεται και παράγει. Ίσως όμως, εκεί να χάνεται το νόημα σε μερικές περιπτώσεις, αφού η ενέργεια που αντλείται από μερικούς καλλιτέχνες στο στήσιμο της persona τους, τους εξαντλεί. Αυτή η εικόνα της persona που προβάλλεται από τους καλλιτέχνες προς το κοινό είναι μεγάλης, αλλά συνάμα και διφορούμενης, σημασίας.


Με τους Young British Artists να έρχονται στο προσκήνιο τη δεκαετία του ’90, ο όρος «τέχνη» έχριζε επαναπροσδιορισμού. Τα έργα που παρουσίαζαν στο κοινό έμοιαζαν σαν αστείο σε μερικούς. Το κοινό δεν ήταν κατ’ ανάγκη εξοικειωμένο με τις νέες τους τεχνικές, τις φουτουριστικές τους ιδέες και την ελαφρότητα μερικών από αυτούς. Κάπου εκεί λοιπόν, μεταξύ των ειδών των ατόμων που ήταν οι καλλιτέχνες και της τέχνης τους, είχε ξεκινήσει και η συζήτηση με θέμα «τι είναι τέχνη;».


Τέχνη, δικαιούται να είναι το οτιδήποτε. Με το δικαίωμα, όμως, αυτός που το κοιτάζει να αναιρεί αυτόν τον όρο από καθετί το οποίο ο ίδιος δεν μπορεί να δει και να δεχτεί σαν τέχνη.


Οι υπερ-μορφωμένοι και οι πεζοί

Κάπου μεταξύ των υπερ-μορφωμένων και των πεζών, βρίσκονται οι καλλιτέχνες που έχουν ουσία και κάτι να πουν. Σε μια περίοδο φορτισμένη με τόσα κοινωνικά προβλήματα, η τέχνη μας φαίνεται πως υστερεί.

Η μουσική με την οποία μεγαλώσαμε, ήταν φορτισμένη με ιστορία, πολιτικά γεγονότα, κοινωνικά προβλήματα που έψαχναν λύση, πόνο και πάθος. Ξέραμε, ότι αυτά τα πονήματα ήταν μέρος του «είναι» μας, χωρίς να είναι ανάγκη να συμπάσχουμε, παρά μόνο να νιώθουμε και να κατανοούμε πραγματικά τα όσα παραθέτονταν στον στοίχο και τη μουσική. Υπήρχαν φυσικά και τα πιο ανάλαφρα κομμάτια, εκείνα που αποδεικνύονταν εφήμερα. Αυτά, όπως και τα προηγούμενα, υπάρχουν και θα συνεχίσουν να υπάρχουν παντοτινά.

Τα χαρακτηριστικά αυτά δεν εμφανίζονται μόνο στη μουσική, αλλά σε όλες τις καλλιτεχνικές μορφές. Οι πίνακες για παράδειγμα, λόγω της ύλης τους, θα υπάρχουν μέχρι- και αν- κάποιος να αποφασίσει ότι η θέση τους είναι σε ένα κάδο απορριμμάτων. Μερικοί από αυτούς, φυσικά, θα υπάρχουν για μια αιωνιότητα. Και μαζί με αυτούς θα μένουν πάντα «ζωντανά» και τα ονόματα των καλλιτεχνών που τους έφτιαξαν, όπως λόγου χάρη ο αναγεννησιακός Michelangelo. Τα ονόματα στα οποία θα γίνονται αναφορές ακόμα και μετά θάνατόν, είναι αυτά που θα έχουν επηρεάσει ουσιαστικά και σημαντικά τον κόσμο τόσο της παραγωγής όσο και της «κατανάλωσης». Είναι αυτά που θα γράψουν ιστορία και θα γραφτούν στην ιστορία. Όπως ακριβώς γίνεται με τα έργα του Χριστόφορου Σάββα, του οποίου η δουλειά καθώς και το βιογραφικό είναι σημεία αναφοράς στην κυπριακή καλλιτεχνική σκηνή.

Τα έργα που θα μείνουν στην ιστορία και θα κάνουν τη διαφορά για τις επόμενες γενιές, είναι εκείνα που είναι φορτισμένα με κοινωνικά- κυρίως- ζητήματα της εποχής τους. Και αυτό, για τον απλούστατο λόγω ότι τα έργα αυτά αποτελούν, συνήθως, χαρακτηριστικά παραδείγματα έργων που μαρτυρούν γεγονότα της εποχής τους και λένε μια ιστορία- με την φωνή, πάντα, του καλλιτέχνη. Στα έργα του Σάββα, στοιχεία της διακοσμητικής τέχνης- την οποία ο Kandinsky και η παρέα του εξύμνησαν- είναι πασιφανές: Η ραπτική και η χρήση υφασμάτων, τα απλοϊκά σχήματα... Αυτά όμως, είναι προσαρμοσμένα στην κυπριακή κοινωνία και απεικονίζουν εγχώρια σύμβολα. Ο καλλιτέχνης σκιαγραφούσε τον τρόπο ζωής στο νησί και τον σχολίαζε με τη χρήση της γυναικείας τεχνικής.

Ως κοινό, θέλουμε αυτά που βλέπουμε, ακούμε και παρακολουθούμε να έχουν κάποιο βάθος και να μας μιλούν. Ειδικά αν αυτά είναι παράγωγα της εγχώριας παραγωγής, οπότε κατά κάποιο τρόπο αυτά είναι ο καθρέφτης μας. Απαιτούμε, λοιπόν, αυτός ο καθρέφτης να μας τιμά.

Όταν ψάχνουμε να βρούμε στοιχεία της κοινωνικής μας ταυτότητας, μεταξύ άλλων κοιτάζομε για ενδείξεις στην καλλιτεχνική παραγωγή του τόπου μας. Η αλήθεια είναι πως έχουμε αρκετή ντόπια παραγωγή να δείχνουμε και να βλέπουμε για να (αυτό)προσδιοριζόμαστε. Στοιχεία αυτής της κοινωνικής ταυτότητας, παίρνουμε και από παραμύθια του τόπου μας. Κλασικό παράδειγμα στην δικής μας περίπτωση είναι ο Χαμπής ο χαράκτης. Στα παραμύθια του, η χρήση της δικής μας διαλέκτου δίνει μια οικεία αίσθηση στο έργο, καθώς και «απενοχοποιεί» την διάλεκτο που συνήθως οι πλείστοι απαρνιόμαστε. Αυτό που χαρακτηρίζει τα έργα του χαράκτη και τα κάνει να ξεχωρίζουν, είναι μια λιτότητα. Όχι απλότητα, αλλά κάτι το ευνόητο στο θέμα που διαλέγει και στην προσέγγισή του. Και πάνω απ’ όλα, τα έργα του έχουν αίσθημα, βάζει «ψυχή» όταν τα φτιάχνει.

Σήμερα, σε μια περίοδο φορτισμένη με τόσα κοινωνικά προβλήματα, η τέχνη μας φαίνεται πως υστερεί. Τολμώ να πω πως ίσως και να έχει καταντήσει γραφική. Η καλλιτεχνική μας σκηνή συντάσσεται από δύο ομάδες καλλιτεχνών. Η μια ομάδα, είναι υπερ-μορφωμένοι καλλιτέχνες που μιλούν με κιτς τρόπο, επιστρατεύοντας θεωρίες που μοιάζουν ακαταλαβίστικες στο κοινό τους. Και η άλλη, είναι πεζοί καλλιτέχνες που ίσως και να μην έχουν κάτι με ουσία να πουν. Και οι δύο, παύουν σιγά-σιγά να μιλούν στον απλό κόσμο (στο κομμάτι της κοινωνίας για το οποίο υποτιθέμενα φτιάχνουν την τέχνη) και ψάχνουν αναγνώριση από τους «μεγάλους» του χώρου. Παύουν ακόμη, να φτιάχνουν δουλειά που να είναι αληθινή για τους ίδιους, που να έχει δηλαδή «ψυχή». Ίσως αυτή η πεζή παραγωγή που δεν έχει αίσθημα και κοινωνική ουσία, να είναι η εξελικτική πορεία που έχει πάρει η καλλιτεχνική παραγωγή…

Πάει το βουνό στον Μωάμεθ;

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά των θεατών στις σύγχρονες κοινωνίες; Φαίνεται πως μάλλον προτιμούν η τέχνη να τους βρίσκει παρά να πηγαίνουν να την βρουν αυτοί.


Το 2003 είχε παρουσιαστεί στο πολυκατάστημα Selfridges του Λονδίνου, μια εικαστική παρέμβαση της Barbara Kruger. Η Γερμανίδα καλλιτέχνιδα, είχε γεμίσει το mainstream πολυκατάστημα της μητρόπολης με πινακίδες, στις οποίες αναγράφονταν διάφορα σλόγκαν που είχαν θεωρηθεί (και ήταν!), προσβλητικά: «Buy me, Ill change your life», «I shop, therefore I am» και άλλα. Παρά τον προσβλητικό χαρακτήρα του θέματος προς τους καταναλωτές, ο κόσμος συνέχισε να αγοράζει στους κανονικούς του, μανιακούς, ρυθμούς.

Ο David Lynch, είχε παρουσιάσει στις αρχές του περασμένου Σεπτεμβρίου μια μάλλον αποκρουστική σύνθεση που παράπεμπε σε θεατρική σκηνή. Αυτή ωστόσο, δεν έπαυε να είναι αισθητική- με τον δικό της τρόπο. Αυτό το σκηνικό είχε παρουσιαστεί στις βιτρίνες των Galeries Lafayette, στη λεωφόρο Hausmann.


Η αισθητική και η πολιτική ορθότητα αυτών των ιδιόρρυθμων εικαστικών προτάσεων και εκθέσεων, είναι δευτερεύουσας σημασίας. Αυτό που είναι βασικό, είναι το γεγονός ότι οι εικαστικές προτάσεις πήγαν στο κοινό και όχι το αντίθετο.

Παίρνοντας τα δύο προαναφερόμενα πολυκαταστήματα ως παράδειγμα, φαίνεται πως αυτού του είδους οι οργανισμοί έχουν καταφέρει την τελευταία δεκαετία να αποκτήσουν κάποιο κύρος χάρη στις βιτρίνες και τις καμπάνιες τους που έχουν καλλιτεχνικό χαρακτήρα. Οι αγοραστές γίνονται αυτόματα το «κοινό» σε αυτές τις εικαστικές παρεμβολές. Ναι μεν έχουν ένα μάρκετινγκ χαρακτήρα, αλλά δεν παύουν να είναι εικαστικές προτάσεις. Οι αγοραστές τις παρατηρούν, ωσάν να ήταν κοινό σε έκθεση τέχνης. Ακόμα, θεωρούνται από τους υπεύθυνους πίσω από αυτές τις εκθέσεις, ως «κοινό» και όχι σαν απλοί πελάτες του καταστήματος.


Ναι, η τέχνη μιλά- και πρέπει να μιλά- από μόνη της. Αλλά έχει δυνατούς αντιπάλους. Αν αρχίζαμε να προσδιορίζουμε τον ρόλο της τέχνης στις σύγχρονες κοινωνίες, θα την κατατάσσαμε σε δύο κατηγορίες: Αυτή της λόγιας παραγωγής και αυτή της ψυχαγωγίας. Η ψυχαγωγία, ως επί το πλείστον, «πουλιέται» καλύτερα από την λόγια παραγωγή, καθώς και πουλιέται από μόνη της χωρίς δυσκολεία. Για να φτάσει η τέχνη στον μέσο πολίτη, πρέπει πρώτα να συναγωνιστεί με πολλές άλλες ψυχαγωγικές ασχολίες.


Το σκεπτικό πίσω από την απόφαση των υπεύθυνων στο Selfridges και στο Galeries Lafayette να δείξουν εικαστικά έργα στις βιτρίνες, ήταν απλό: Να δείξουν κάτι στις βιτρίνες τους που δεν ανήκει κατ’ ανάγκη εκεί και με αυτό τον τρόπο να ιντριγκάρουν το περαστικό κοινό. Και έτσι δημιούργησαν μια καινούργια, υβριδική ιδέα. Τα έργα που παρουσιάζονται στις βιτρίνες, μπορεί να εκληφθούν από μερικούς ως υψηλή τέχνη. Από άλλους φυσικά, ίσως να εκλαμβάνονταν ως το ξέφτισμα και η πτώση των καλλιτεχνών σε κάτι το εμπορεύσιμο, σε κάτι το φτηνό.


Όμως, αυτές οι παρεμβολές, τα μπολιάσματα και τα "παντρέματα", κατάφεραν να πάρουν την τέχνη και να την δείξουν σε κόσμο ο οποίος ίσως να μην πατούσε το πόδι του ποτέ σε γκαλερί, πόσο μάλλον σε μουσείο.


Από την άλλη πλευρά της εκθεσιακής σφαίρας, βρίσκονται τα μουσεία. Σε όλα τα υφιστάμενα μουσεία στην Κύπρο, υπάρχουν εκπαιδευτικά προγράμματα. Αυτά - ίσως με τετριμμένο τρόπο - καθοδηγούν τις επισκέψεις μαθητών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Άλλοι εκθεσιακοί χώροι, έχουν συμπεριλάβει στο εκπαιδευτικό τους πρόγραμμα και ξεναγήσεις («guided tours») για τους επισκέπτες τους, ανεξαρτήτως ηλικίας. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι πόσα εκπαιδευτικά προγράμματα προσφέρονται σε κάθε μουσειακό χώρο, αλλά εάν αυτά λειτουργούν με επιτυχία. Οπότε, στη δική μας περίπτωση το ουσιαστικό ερώτημα είναι: Τον κόσμο, μέχρι το μουσείο, πώς θα τον φέρουμε; Όσα μουσεία και αν συσταθούν και στηθούν, όσες εμπορικές γκαλερί και αν ανοίξουν, το θέμα δεν θα είναι τι να περιμένουμε να δούμε μέσα αλλά ποιους. Η απόφαση για εξορμήσεις σε εκθέσεις, εναπόκειται στις κοινωνικές μας συνήθειες. Δεν παύουν, όμως, να φέρουν ευθύνη για τους αριθμούς επισκεπτών και οι υπεύθυνοι του χώρου, οι διοργανωτές.

Τα πακέτα που προσφέρονται πλέον, και που διαλέγουμε ως καταναλωτές του οποιουδήποτε προϊόντος, είναι υβριδικά. Δεν δεχόμαστε τίποτα λιγότερο και τίποτα προχειρότερο από αυτό που κατάφερε κάποιος άλλος, απ’ οποιονδήποτε χώρο, να μας «πουλήσει».