Η συζήτηση που έχει πυροδοτηθεί τον τελευταίο καιρό και αφορά την ηθικότητα ή και την ανηθικότητα των ρετουσαρισμένων φωτογραφιών, στρέφετε προς τα lifestyle περιοδικά και άλλα μόδας. Πόσο σωστό ή ανήθικο είναι το ρετουσάρισμα; Καθόλου ανήθικο. Όσο για την ορθότητα της χρήσης του, εμείς το είχαμε ζητήσει. Γιατί η αλήθεια πολλές φορές μας κουράζει, γιατί χρειαζόμαστε διεξόδους για να ονειροπολήσουμε και να ονειρευτούμε. Η άλλη άποψη σε αυτό το ζήτημα συνιστά πως το ρετουσάρισμα – ή η διόρθωση αν προτιμάτε – σβήνουν μαζί με τις ατέλειες της εικόνας και την αληθινή της ομορφιά και αξία. Αν, όμως, θέλει κανείς να δει την αλήθεια σε μια εικόνα, τότε ξέρει πως πρέπει να κοιτάξει γύρω του και όχι στις σελίδες ενός περιοδικού. Οπότε, ο αναγνώστης υποχρεούται να είναι ειλικρινής με τον εαυτό του και να αναγνωρίζει πως οι εικόνες που βλέπει στις σελίδες ενός περιοδικού έχουν ωραιοποιηθεί. Αυτό έχει εξάλλου φτιαχτεί για να μας παραμυθιάσει – με τον καλύτερο τρόπο πάντοτε. Ακόμα και εναλλακτικά έντυπα που παρουσιάζουν μια άλλη όψη του παραμυθιού (όπως λόγου χάρη το λονδρέζικο περιοδικό Pigeons and Peacocks), επεξεργάζονται τις φωτογραφίες τους έτσι ώστε να επιτύχουν στο μέγιστο το φρικαλέο αποτέλεσμα στο οποίο αποβλέπουν.
Από την αρχή της ύπαρξής του, ο άνθρωπος ένιωθε την ανάγκη να υπερβάλλει. Έτσι, όταν δημιουργούσε αντικείμενα και εικόνες τα οποία απεικόνιζαν ανθρώπους, προσπαθούσε σχεδόν πάντα να υπερβαίνει την πραγματικότητα. Και αυτό επειδή παρατηρούμε – σχεδόν ανελλιπώς – τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ενός ατόμου. Βλέπουμε αυτά που δίνουν στον καθένα μας τον χαρακτήρα του, την μοναδικότητά του. Αν κοιτάξουμε, για παράδειγμα, τα αρχαία ελληνικά αγάλματα, αυτά απέκτησαν την αίγλη που σήμερα έχουν στον σύγχρονο κόσμο γιατί οι δημιουργοί τους κατόρθωσαν το ακατόρθωτο: Έμοιαζαν να είναι οι τέλειοι άνθρωποι και αισθητικά υπερείχαν των δημιουργών τους. Αυτή η τάση, επικράτησε από εποχή σε εποχή και σε διαφορετικές κουλτούρες. Το μοναδικό πόρισμα, λοιπόν, αυτής της μανίας μας να υπερβάλλουμε και να παράγουμε υπερανθρώπινες φιγούρες, είναι πως αυτή η ανάγκη δεν είναι παραφροσύνη παρά μόνο το ανθρώπινο ένστικτο να περιγράφουμε το περιβάλλον μας με υπερβολές.
Αν κάνουμε μια γρήγορη ανασκόπηση στη δουλειά καλλιτεχνών που διέπρεψαν κατά καιρούς με το έργο τους, οι περισσότεροι εξιστόρησαν την ιστορία με το δικό τους ύφος, κατέγραψαν τα βιώματά τους με ιδιαιτερότητες στις γραμμές τους. Με άλλα λόγια, διαστρεβλώνοντας αυτά που όλοι έβλεπαν και τα κατέγραψαν με έναν αλλιώτικο τρόπο. Για ακόμα μια φορά, ας πάρουμε τα σκίτσα του Toulouse-Lautrec ως παράδειγμα. Ο ίδιος δήλωνε πως ήθελε να αποτυπώσει την αλήθεια στα χαρτιά του και όχι το ιδανικό. Τονίζοντας τα «άσχημα» χαρακτηριστικά των γύρω του, έκανε πολλούς σύγχρονούς του γνωστούς. Στην δική μας εποχή, ο Lucien Freud, κατάφερε να κατοχυρώσει το δικό του ύφος ως μια ιδανική μορφή τέχνης, ακόμα και αν τα πορτραίτα του είναι σκληρά και άγρια. Μπροστά από τον δικό του καμβά στάθηκαν γυμνά μερικά από τα πλέον πολυπόθητα μοντέλα της εποχής μας, συμπεριλαμβανομένου και της Kate Moss.
Άλλα είναι τα ζητούμενα από ένα έργο τέχνης και άλλα από μια φωτογραφία σε ένα περιοδικό. Η τακτική του ρετουσαρίσματος, δεν πρέπει πάντοτε να επικρίνεται, αφού σκοπός της δεν είναι να μας κρύψει την αλήθεια αλλά να μας παρουσιάσει μια ωραιοποιημένη πτυχή των πραγμάτων, ένα παραμύθι που εμείς ζητήσαμε.
No comments:
Post a Comment